Διατροφή

Show_shutterstock_75558925
Διατροφή

Συνέντευξη Κωνσταντίνος Ξένος. "Πόσες βιταμίνες χρειαζόμαστε;"

Στην υγεία και την ευεξία μας, οι βιταμίνες αποτελούν θεμέλιο λίθο. Όμως, ο σύγχρονος τρόπος ζωής, οι ελλείψεις στη διατροφή αλλά και συγκεκριμένες παθήσεις, μπορούν να επηρεάσουν την επαρκή πρόσληψη ή την ομαλή απορρόφησή τους. Επομένως, αν και η επιστήμη της διαιτολογίας θεωρεί πως κάθε έλλειψη πρέπει να καλύπτεται μέσω της διατροφής, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Ο κλινικός διαιτολόγος- διατροφολόγος κ. Κωνσταντίνος Ξένος, μας ξεναγεί στη ...χώρα των βιταμινών και μας εξηγεί πότε, πώς και αν θα πρέπει να παίρνουμε συμπληρώματα διατροφής.

 

 

Τι είναι οι βιταμίνες και ποιος είναι ο ρόλος τους;

Οι βιταμίνες είναι οργανικές ενώσεις που συμμετέχουν στον μεταβολισμό και είναι απαραίτητες για την υγεία μας. Ο ορισμός τους, από τον Πολωνό Kazimierz Funk το 1912, «ως ζωτικές αμίνες (vital – amines) που πρέπει να πάρουμε από την τροφή διότι ο οργανισμός μας δεν τις παράγει», αφορά έναν ακόμα κανόνα με εξαιρέσεις. Και αυτό γιατί αφενός υπάρχουν βιταμίνες που δεν ανήκουν στην κατηγορία των αμινών (π.χ. η βιταμίνη C) και αφετέρου κάποιες άλλες παράγονται από τον οργανισμό μας, αν και συχνά όχι στις απαιτούμενες ποσότητες για βέλτιστη υγεία (π.χ. βιταμίνη D, νιασίνη, βιταμίνη Β12).

► Πώς μπορεί να καταλάβει κανείς ότι του λείπουν συγκεκριμένες βιταμίνες;

Η έλλειψη βιταμινών οδηγεί σε μια σειρά εκδηλώσεων που ουσιαστικά «φωνάζουν» ότι υπάρχει έλλειψη και μας καλούν να καλύψουμε τον οργανισμό μας. Η έλλειψη εκφράζεται είτε με ήπια συμπτωματολογία, για παράδειγμα με αδυναμία, κόπωση και διαταραχή στην ποιότητα του ύπνου (σε περιπτώσεις έλλειψης Β6), είτε με σοβαρότερη, όπως η μεγαλοβλαστική αναιμία (σε περιπτώσεις χρόνιας έλλειψης βιταμίνης Β12). Τα τελευταία χρόνια, έχουμε στη φαρέτρα μας και αρκετές εξετάσεις αίματος που πιστοποιούν πιθανές ελλείψεις, αξίζει όμως να σημειωθεί πως μια οριακή έλλειψη βιταμίνης στο αίμα, μπορεί να σηματοδοτεί μια σημαντική έλλειψη σε κυτταρικό επίπεδο.

► Μπορεί να αναπληρωθεί μία έλλειψη βιταμίνης μέσω της διατροφής;

Η απάντηση σίγουρα «χωρά» πολλή συζήτηση. Aν και η φιλοσοφία του επιστήμονα διαιτολόγου είναι να καλύπτει πιθανές ελλείψεις πρωτίστως μέσα από τη διατροφή, όσοι ασχολούνται με την κλινική διαιτολογία χρόνια και διαθέτουν την ανάλογη εμπειρία, γνωρίζουν πολύ καλά πως μια έλλειψη για παράδειγμα βιταμίνης D, με τιμή 25OH D3 στα επίπεδα των 10 ng/ml, είναι αδύνατον να καλυφθεί, ό, τι κλασική διατροφική παρέμβαση και να γίνει, όσο και να πούμε στο άτομο να εκτεθεί στην ηλιακή ακτινοβολία…

Υπάρχουν ελλείψεις που οφείλονται καθαρά σε μεταβολικές δυσλειτουργίες και «διορθώνονται» μόνο με τη χορήγηση αξιόπιστων συμπληρωμάτων διατροφής, με υψηλή βιοδιαθεσιμότητα. Το παράδειγμα με την βιταμίνη D το αναφέρω διότι στην Ευρωκλινική Αθηνών έχουμε δει, τον τελευταίο μόνο χρόνο, περισσότερες από 260 περιπτώσεις ατόμων με σημαντική έλλειψη βιταμίνης D, επιβεβαιώνοντας το οξύμωρο σχήμα που θέλει μια χώρα ηλιόλουστη σαν την Ελλάδα να έχει «θέμα» με τη βιταμίνη D.

► Πώς πρέπει να προετοιμάζουμε την τροφή μας για να εξασφαλίζουμε τη μέγιστη διατήρηση των βιταμινών;

Ως γενικό κανόνα, θα λέγαμε πως όσο ηπιότερη και μικρότερη χρονικά είναι η θερμική επεξεργασία μιας τροφής, τόσο περισσότερο προφυλάσσεται το περιεχόμενό της σε βιταμίνες. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις που η θερμική επεξεργασία έχει μηδαμινό αποτέλεσμα στη σταθερότητα της βιταμίνης (δεν την επηρεάζει), όπως συμβαίνει π.χ. με τη βιταμίνη D.

► Σε ποιες καταστάσεις είναι αναγκαία η λήψη συμπληρωμάτων;

Όπως ήδη τόνισα, η διαιτολογία πρεσβεύει ότι σε περιπτώσεις έλλειψης θρεπτικών συστατικών και περιπτώσεις όπου οι συνθήκες διαβίωσης υποδεικνύουν ότι πρέπει να ληφθεί μια ιδιαίτερη διαθρεπτική

μέριμνα, η κάλυψη πρέπει να γίνεται μέσα από τη διατροφή. Όμως, η πείρα διδάσκει πως η κάλυψη σε περιπτώσεις έλλειψης κάποιας βιταμίνης ή ανάγκης ιδιαίτερης μέριμνας που πρέπει να δοθεί, για παράδειγμα, σε ένα άτομο που ζει με εξαντλητικούς ρυθμούς, καπνίζει και θεωρεί το αλκοόλ «χάδι χαλάρωσης» στο τέλος της ημέρας, είναι πάρα πολύ δύσκολο να προέλθει αποκλειστικά από τη διατροφή. Εκεί, λοιπόν, έρχεται το αξιόπιστο συμπλήρωμα διατροφής να βοηθήσει. Και δεν θα σας κρύψω πως βοηθά ουσιαστικά. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως, στο παράδειγμα που ανέφερα, δεν θα γίνουν επανειλημμένες συστάσεις διακοπής του καπνίσματος, αλλαγής του τρόπου ζωής και ελάττωσης της κατανάλωσης αλκοόλ. Σε κάθε περίπτωση, η σύσταση του ειδικού για την αναγκαιότητα ή μη ενός συμπληρώματος διατροφής είναι μείζονος σημασίας.

► Πώς πρέπει να λαμβάνει κανείς τις βιταμίνες (συμπληρώματα), για να εξασφαλίζει μέγιστη απορρόφηση;

Εκτός λίγων περιπτώσεων, οι οποίες αναγράφονται πάντα στις ετικέτες των σκευασμάτων, τα περισσότερα βιταμινικά συμπληρώματα πρέπει να λαμβάνονται ή κατά ή μετά το φαγητό. Είναι επίσης σημαντικό να τονισθεί, πως ο οργανισμός μας έχει μια δεδομένη ικανότητα απορρόφησης και βιοδιάθεσης για το κάθε θρεπτικό συστατικό. Αυτό σημαίνει πως αν παίρνει κάποιος περισσότερη βιταμίνη, δεν σημαίνει πως αξιοποιεί περισσότερη. Συνεπώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, προτείνεται η μοιρασμένη δοσολογία (πρωί – βράδυ) ή όπως ο ειδικός καθορίζει, με σκοπό τη βέλτιστη απορρόφηση και αξιοποίηση.

► Ποια είναι η γνώμη σας για τις Συνιστώμενες Ημερήσιες Προσλήψεις;

Mια επιστημονική «παραδοχή» η οποία έχει έντονα αμφισβητηθεί, αφορά τις περιβόητες Συνιστώμενες Ημερήσιες Προσλήψεις (ΣΗΠ) των βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων.

Σύμφωνα με αυτές τις συστάσεις, φαίνεται σαν όλοι οι υγιείς ενήλικοι να έχουν τις ίδιες ανάγκες για βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία και το μόνο που ελαχίστως τους διαφοροποιεί είναι το φύλο, η ηλικία και το αν θηλάζουν ή εγκυμονούν. Εύκολα λοιπόν αναρωτιέται κάποιος, αν όντως είναι το ιδανικό να ομαδοποιούμε τόσο απλά τις ανάγκες όλων των ανθρώπων, υποθέτοντας ότι όλες ανεξαιρέτως που εμπίπτουν σε αυτό το γκρουπ, χρειάζονται τα ίδια ποσά βιταμινών.

Οι προβληματισμοί αυξάνονται ακόμα περισσότερο, όταν φτάνουμε στην ερμηνεία της «Συνιστώμενης Ημερήσιας Πρόσληψης»: αφορά εκείνη την ποσότητα θρεπτικού στοιχείου που πρέπει να καταναλώνεται ώστε να μην υπάρξει έλλειψη σε αυτό το στοιχείο (συμπεριλαμβανομένου ενός περιθωρίου σφάλματος). Σε καμία περίπτωση δεν αφορά την ποσότητα εκείνη που «χρειάζεται» ο κάθε οργανισμός, για την επίτευξη βέλτιστης υγείας.

► Επομένως μιλάμε καλύτερα για εξατομικευμένες ανάγκες και τρόπους πώς αυτές θα μπορούσαν να διαπιστωθούν;

Αν και σήμερα σαφέστατα δεν διαθέτουμε εκείνα τα έγκριτα στοιχεία που θα επαναπροσδιόριζαν τις Συνιστώμενες Ημερήσιες Προσλήψεις σε μια πιο προσωπική βάση, οι ενδείξεις της Μοριακής Ανάλυσης του DNA, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ανάγκες σε μικροθρεπτικά συστατικά είναι απολύτως εξατομικευμένες, όχι μόνο λόγω διαφορετικού τρόπου ζωής, αλλά και λόγω διαφορετικού γενετικού υπόβαθρου του κάθε ατόμου. Το συγκεκριμένο πεδίο διερεύνησης είναι αυτό που μας απασχολεί στη διδακτορική διατριβή που «τρέχω», με επιβλέποντα έναν εξαίρετο επιστήμονα, από τους ελάχιστους ιατρούς Κλινικής Χημείας και Γενετικής, τον καθηγητή Κλινικής Φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Νίκο Δρακούλη.

► Υπάρχει θέμα  τοξικότητας με κάποιες βιταμίνες;

Σαν κανόνα, κρατήστε πως οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (A, D, E, K) και πιο συχνά η βιταμίνη A, μπορούν αν ληφθούν σε υπερβολική ποσότητα και για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα, να προκαλέσουν κάποια προβλήματα, αλλά αυτό είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Όταν υπάρχει υπερβολική λήψη υδατοδιαλυτών βιταμινών (C, σύμπλεγμα Β), η περίσσειά τους αποβάλλεται από τον οργανισμό μέσω των ούρων. Σε κάθε περίπτωση, η οδηγία του ειδικού είναι αναγκαία.

► O νέος "παίκτης" στον χώρο των συμπληρωμάτων διατροφής λέγεται ιχθυέλαια. Τι τα κάνει τόσο πολύτιμα;

Η δυτικού τύπου διατροφή, που έχει υιοθετηθεί δυστυχώς και στη χώρα μας, συνεπάγεται αναλογία πρόσληψης Ω-6 (λιπαρά που συναντάμε σε σπορέλαια και πολλά βιομηχανοποιημένα τρόφιμα) προς Ω-3 λιπαρών (λιπαρά που συναντάμε στα ψάρια, στον λιναρόσπορο, στα καρύδια, κ.λπ.), ίση με  17 προς 1.  Η συγκεκριμένη αναλογία, θεωρείται ότι εμπλέκεται στην εκδήλωση αλλά και στην εξέλιξη πολλών νοσημάτων φθοράς, μεταξύ αυτών και του καρκίνου... Σκοπός, λοιπόν, πρέπει να είναι, μέσα από τις σωστές επιλογές διατροφής (π.χ. συχνή κατανάλωση ψαριών, μείωση της μεγάλης κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων τροφίμων) να προσεγγίσουμε την ιδανική αναλογία Ω-6/Ω-3 που είναι 4/1 (από κάποιους ερευνητές προτείνεται αναλογία ακόμα μικρότερη, της τάξεως του 2,5-3/1). Σε αυτή την προσπάθεια τα συμπληρώματα ιχθυελαίων διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο.

Πρόσφατα διατέθηκε και στην ελληνική αγορά ένα συμπλήρωμα με μοναδική μορφή Ω-3 λιπαρών, το Krill Oil (Έλαιο Κριλ). To Krill Oil, εξάγεται από ένα ζωοπλαγκτόν, με λατινική ονομασία Euphausia superba και εμπεριέχει μεγάλη ποσότητα φωσφολιπιδίων, πολύ πλούσιων στα πολύτιμα Ω-3 λιπαρά, τα EPA και DHA. Παράλληλα, το Krill Oil είναι πλούσιο σε ισχυρά αντιοξειδωτικά συστατικά, με κύριο την ασταξανθίνη (μια φυσική χρωστική που συναντάμε επίσης στον αστακό και στο σολομό).

Τα Ω-3 με τη μορφή φωσφολιπιδίων που εμπεριέχονται στο Krill Oil έχουν πολύ υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα (απορρόφηση από το λεπτό έντερο και αξιοποίηση από στις κυτταρικές μεμβράνες) από ότι τα Ω-3 σε μορφή τριγλυκεριδίων. Σε αυτή κυρίως τη διαφορά οφείλονται και οι μοναδικές επιδράσεις του Krill Oil στην υγεία. Πολυάριθμες κλινικές μελέτες δείχνουν πως τα Ω-3 λιπαρά, ιδιαίτερα σε μορφή φωσφολιπιδίων, προάγουν την υγεία του καρδιαγγειακού και του κεντρικού νευρικού συστήματος, ενώ πολύ θετικές είναι οι επιδράσεις τους και στην υγεία των αρθρώσεων.

 

 

 

who is who

O κλινικός διαιτολόγος - διατροφολόγος Κωνσταντίνος Ξένος γεννήθηκε στην Αθήνα.

Είναι πτυχιούχος του Leeds Metropolitan University στον τομέα της διατροφής και διαιτολογίας και κατέχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους, έναν στη κλινική διαιτολογία από το ίδιο Πανεπιστήμιο και έναν στη Διατροφική Ιατρική (Nutritional Medicine) από το University of Surrey. Το πρόγραμμα σπουδών του μεταπτυχιακού στη Διατροφική Ιατρική από το University of Surrey, αποτελεί παγκοσμίως το καλύτερο στο είδος του και το έχουν ολοκληρώσει έως σήμερα μόνο 3 Έλληνες επιστήμονες.

Την τετραετία 2003 – 2007 διετέλεσε προϊστάμενος του διαιτολογικού τμήματος της κλινικής «ΙΑΣΩ GENERAL», ενώ η εντρυφής ενασχόληση του με την επιστήμη της Διατροφικής Γενετικής και της Διατροφικής Γονιδιωματικής τον ώθησε στην ίδρυση του 1ου εξειδικευμένου τμήματος σε ιδιωτική κλινική. Έτσι, από τον Ιούνιο του 2007 προΐσταται του τμήματος Διατροφογενετικής και Έρευνας Θρέψης της «ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ». Ένθερμος οπαδός της δια βίου μάθησης, είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο διδακτορικής διατριβής τη διερεύνηση της σχέσης μονονουκλεοτιδικών πολυμορφισμών με τη παχυσαρκία και την παρέμβαση με διατροφικά συστατικά αποδεδειγμένης δράσης στον μεταβολικό ρυθμό ηρεμίας σε συγκεκριμένους γονότυπους.

Παράλληλα, ασκεί το επάγγελμα του ιδιώτη κλινικού διαιτολόγου - διατροφολόγου, σε προσωπικό του γραφείο.

Την 3ετία 2004-2007 διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων, κατέχοντας τη θέση του Γραμματέα Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων.

Το φθινόπωρο του 2008 και μετά από έντονη σκέψη και προβληματισμό σχετικά με τη χαμηλή ποιότητα διατροφικής παιδείας του σύγχρονου Έλληνα, ιδρύει μαζί με μια ομάδα εξαιρετικών επιστημόνων, το Ελληνικό Ινστιτούτο Διατροφής (ΕΙΔ) με ακρογωνιαίο άξονα δράσης τη διατροφική ενημέρωση του Έλληνα πολίτη.

Έχει συμμετάσχει ως ομιλητής και ως μέλος οργανωτικών επιτροπών σε πολλά συνέδρια και διεθνείς επιστημονικές εκδηλώσεις του χώρου, ενώ από το 1996 έως σήμερα έχει παρακολουθήσει όλα τα παγκόσμια συνέδρια διατροφής, κλινικής διαιτολογίας και παχυσαρκίας που έχουν διεξαχθεί.

Την τελευταία 15ετία έχει παρουσιάσει εκατοντάδες ενότητες διατροφικών συμβουλών στην τηλεόραση, σε όλα τα κανάλια, ενώ είναι μόνιμος αρθρογράφος πολλών περιοδικών που ασχολούνται με θέματα υγείας και διατροφής.

  • Σχετικά Θέματα