Υγεία

Show_anaimia_den_einai_mia_i_aitia
Υγεία

Αναιμία : Δεν είναι μία η αιτία

της Νεκτάριας Καρακώσταλ

Χλωμάδα - «χλώρωση» το έλεγαν πολύ παλιά - εύκολη κόπωση, έλλειψη ενέργειας, ταχυπαλμίες. Γνωστές καταστάσεις, κυρίως σε κορίτσια και νέες γυναίκες. Αναιμία από έλλειψη σιδήρου - η συχνότερη και η πιο γνωστή αναιμία.

Αλλά ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά, με τη βοήθεια του κ. Θεόδωρου Σπανού, Ιατρού- Αιματολόγου, MD, PhD, Συντονιστή Διευθυντή στο νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία».

Η λέξη κλειδί για την αναιμία είναι η αιμοσφαιρίνη. «Η αιμοσφαιρίνη είναι η ουσία που βρίσκεται στο εσωτερικό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η πτώση των επιπέδων αυτής της χρωματιστής πρωτεΐνης, χαρακτηρίζεται ως αναιμία», εξηγεί ο κ. Σπανός. Ανάλογα όμως με τις αιτίες που προκαλούν την πτώση της αιμοσφαιρίνης, μπορούμε να προσδιορίσουμε τα διαφορετικά είδη αναιμίας.

Η αναιμία, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί νόσο, αλλά εργαστηριακό εύρημα, αφού προκύπτει ως αποτέλεσμα ποικίλων ασθενειών. Ωστόσο, εκφράζεται με συμπτώματα που είναι δυσάρεστα για τους πάσχοντες, όπως ταχυκαρδία, αίσθημα κόπωσης, δύσπνοια, ζάλη, εμβοές στα αυτιά, κεφαλαλγία κ.ά.

 

Τα είδη

Αν και οι περισσότεροι από εμάς έχουμε την τάση να θεωρούμε αναιμία μόνο την έλλειψη σιδήρου, ο κ. Σπανός επισημαίνει ότι οι αναιμίες διακρίνονται σε ποικίλες κατηγορίες. «Το αίμα αναπαράγεται συνέχεια. Κάθε ερυθρό αιμοσφαίριο επιβιώνει για 100-120 μέρες. Μετά από αυτό το διάστημα καταστρέφεται και παράγεται ένα νέο από τον μυελό των οστών. Όταν ο μηχανισμός αυτός διαταραχθεί, μπορεί να έχουμε έλλειμμα στην παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων και να εμφανιστεί αναιμία. Για παράδειγμα, μπορεί να χάνεται αίμα και η απώλεια να μην μπορεί να καλυφθεί, είτε η καταστροφή των αιμοσφαιρίων να είναι υπερβολική», εξηγεί ο ειδικός.

Στην αιμολυτική αναιμία έχουμε μείωση του χρόνου επιβίωσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι αιμολυτικές αναιμίες διακρίνονται σε οξείες και χρόνιες, σε κληρονομικές και επίκτητες. Ένα παράδειγμα τέτοιας αναιμίας είναι η δρεπανοκυτταρική αναιμία, όπου έχουμε χαμηλής ποιότητας ερυθρά αιμοσφαίρια που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της κυκλοφορίας και καταστρέφονται πρόωρα. Σε άλλες περιπτώσεις αιμολυτικών αναιμιών, υπάρχουν αστοχίες στο περιεχόμενο ή στη μορφή των ερυθροκυττάρων, τους λείπουν δηλαδή κάποιοι παράγοντες ή δεν λειτουργούν φυσιολογικά, με αποτέλεσμα να βραχύνεται ο χρόνος της ζωής τους. Η διάγνωση του τύπου της αιμολυτικής αναιμίας απαιτεί λεπτομερή λήψη του ιστορικού του ασθενούς (με έμφαση σε θέματα όπως οικογενειακό ιστορικό, λήψη φαρμάκων, είδος διατροφής), πλήρη κλινική εξέταση και ειδικό εργαστηριακό έλεγχο.

Η απλαστική αναιμία χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του μυελού των οστών να παράξει κύτταρα του αίματος, με αποτέλεσμα ο ασθενής να παρουσιάζει αναιμία (χαμηλό αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων και άρα αιμοσφαιρίνης), χαμηλά λευκά αιμοσφαίρια και χαμηλά αιμοπετάλια. Η απλαστική αναιμία, μπορεί να είναι είτε κληρονομικής αιτιολογίας (π.χ. αναιμία Fanconi), είτε μπορεί να εμφανιστεί μετά από έκθεση σε τοξικές ουσίες (όπως π.χ. το βενζόλιο, που είναι μυελοτοξική ουσία), έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία ή λήψη μυελοτοξικών φαρμάκων (π.χ. άλατα χρυσού, τετρακυκλίνες).

 

Στερητικές αναιμίες

Όπως επισημαίνει ο κ. Σπανός, μία ξεχωριστή κατηγορία είναι οι λεγόμενες στερητικές αναιμίες, όπου το άτομο στερείται των ουσιών που του είναι απαραίτητες για τη διαδικασία της αιμοποίησης. «Η παραγωγή αίματος δεν είναι απλή υπόθεση. Το αίμα συντίθεται από πρωτεΐνες, ανόργανα και οργανικά στοιχεία, βιταμίνες, άλατα, ενώσεις και υδατάνθρακες. Για να μπορέσει ο μυελός να συνθέσει το αίμα θα πρέπει να έχει διαθέσιμα όλα αυτά τα συστατικά». Το σημαντικότερο στοιχείο σε αυτή τη διαδικασία είναι ο σίδηρος. Χωρίς σίδηρο, η αιμοσφαιρίνη δεν μπορεί να βρει τον δρόμο της για το εσωτερικό του ερυθροκυττάρου. Έτσι, τα αιμοσφαίρια παραμένουν αναξιοποίητα στον μυελό των οστών, όπου υπόκεινται σε μιτώσεις, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της λεγόμενης μικροκυττάρωσης.

 

Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β

Κρίσιμες για την αιμοποίηση είναι και οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β και ιδιαίτερα η βιταμίνη Β6 (πυριδοξίνη). Μπορεί να προκληθεί αναιμία λόγω έλλειψης της συγκεκριμένης βιταμίνης, ρωτάμε τον ειδικό; «Ναι» απαντά ο κ. Σπανός. «Και ευτυχώς που σήμερα έχουμε τη δυνατότητα ελέγχου των επιπέδων πυριδοξίνης στον οργανισμό - κάτι που δεν μπορούσαμε να κάνουμε στο παρελθόν».

Εξίσου σημαντική είναι και η Β12 (κυανοκοβαλαμίνη), η έλλειψη της οποίας εμπλέκεται στην μακροκυτταρική αναιμία: είναι η αναιμία που χαρακτηρίζεται από αύξηση του μέσου μεγέθους των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Σε μεγάλο βαθμό, η μακροκυτταρική αναιμία είναι άγνωστης αιτιολογίας, με κύρια συμπτώματα: ωχρότητα, αδυναμία, καταβολή δυνάμεων, αίσθημα πόνου στη γλώσσα, ανορεξία, απώλεια βάρους και, ίσως, συμπτώματα από το καρδιαγγειακό και το νευρικό σύστημα.

Η βιταμίνη Β12, μαζί με το φυλλικό οξύ είναι απαραίτητη και στις περιπτώσεις σιδηροπενικής αναιμίας. Η σιδηροπενική αναιμία είναι η πιο συχνή μορφή αναιμίας - σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), αφορά περίπου 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο! Πλήττει κυρίως τα νεογνά (η βρεφική σιδηροπενική αναιμία εμφανίζεται τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του μωρού και εξαφανίζεται συνήθως όταν το μωρό αρχίσει να τρώει στερεές τροφές), τα παιδιά, τους εφήβους (και περισσότερο τα κορίτσια), τους χορτοφάγους, τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και, κυρίως, τις εγκύους, λόγω της συνεχόμενης αύξησης του όγκου του αίματος και της αραίωσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. «Καμία γυναίκα, όσο καλούς δείκτες και να έχει, δεν μπορεί να φέρει εις πέρας την εγκυμοσύνη της, αν δεν λάβει σίδηρο. Αν το κάνει, θα φτάσει στο μαιευτήριο με εξαντλημένα όλα τα αποθέματα σιδήρου στον οργανισμό της», υπογραμμίζει ο κ. Σπανός.

Για την έγκαιρη διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας, ένας καλός δείκτης είναι τα επίπεδα της φερριτίνης στο αίμα. Η φερριτίνη (Ferritin) είναι μια πρωτεΐνη που δεσμεύει τον σίδηρο και λειτουργεί στον οργανισμό σαν αποθήκη σιδήρου.

Τα επίπεδα της φερριτίνης μειώνονται πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων της αναιμίας. Στο πρώτο στάδιο της σιδηροπενικής αναιμίας, εξαντλούνται τα αποθέματα της φερριτίνης και της αιμοσιδηρίνης. Στο δεύτερο στάδιο, μειώνεται ο σίδηρος του ορού και αυξάνεται η ολική σιδηροδεσμευτική ικανότητα. Φτάνοντας στο τρίτο στάδιο, μειώνεται το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης και η έλλειψη σιδήρου επηρεάζει τη σύνθεση της αίμης.

 

Πρόληψη και αντιμετώπιση

«Όταν κάποιος έχει έλλειψη σιδήρου και του χορηγούμε σίδηρο, βάζουμε μπροστά τις μηχανές της αιμοποίησης. Για να παραχθεί όμως αίμα, δεν αρκεί ο σίδηρος, χρειάζονται και τα άλλα υλικά της αιμοποίησης. Άρα χρειαζόμαστε βιταμίνη Β12 και φυλλικό οξύ», τονίζει ο κ. Σπανός. Eπίσης, σημαντικό στοιχείο για την καλύτερη απορρόφηση του σιδήρου είναι η βιταμίνη C και η αποφυγή ουσιών που προκαλούν ανάσχεση του ρυθμού απορρόφησής του, όπως οι τανίνες, ουσίες που περιέχονται στο κόκκινο κρασί, στο τσάι, στο κακάο και στον καφέ.

Για την πρόληψη της αναιμίας, είναι σημαντικό να ακολουθεί κανείς μία πλήρη και ισορροπημένη διατροφή: «Χρήσιμο στην ενίσχυση της διατροφής σας μπορεί να φανεί κάποιο συμπλήρωμα, ώστε να λαμβάνονται επαρκείς ποσότητες από τα στοιχεία που προαναφέραμε, όπως βιταμίνη Β12, φυλλικό οξύ, βιταμίνη C».

Καλές πηγές σιδήρου, μέσω της διατροφής, είναι: το αρνί, το μοσχάρι, το χοιρινό, η γαλοπούλα, το συκώτι, τα λαχανικά όπως αγκινάρα, αρακάς, μανιτάρια, ραδίκια, κόκκινο λάχανο, τα όσπρια (φακές, φασόλια, ρεβίθια), τα δημητριακά (π.χ. μούσλι), οι σταφίδες, τα δαμάσκηνα κ.λπ. Πλούσιες τροφές σε σίδηρο είναι και τα καλαμάρια, τα μύδια, τα στρείδια, τα φιστίκια, τα αμύγδαλα, τα καρύδια.

Η θεραπεία της αναιμίας, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση βιταμίνης Β12 ή φυλλικού οξέος, αλλά κυρίως «είναι σημαντικό να αντιμετωπίσουμε την αιτία που προκάλεσε την απώλεια αίματος και την αναιμία, αλλιώς το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί», τόνισε ο κ. Σπανός.

 

 

 

Info

Θεόδωρος Α. Σπανός

Ιατρός - Αιματολόγος, MD, PhD

Συντονιστής Διευθυντής στο νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία»