Διατροφή

Show_laktozi_forweb
Διατροφή

Δυσανεξία στη λακτόζη; Απολαύστε και πάλι το γάλα σας!

της Βιβέττας Λαϊνιώτη

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που η εικόνα και μόνο ενός ποτηριού με λαχταριστό γάλα τους απωθεί επειδή τους προκαλεί δυσάρεστα ενοχλήματα που οφείλονται στη λακτόζη, την οποία «δεν ανέχεται» ο οργανισμός τους. Τι είναι όμως η λακτόζη και τι η δυσανεξία στη λακτόζη; Πού οφείλεται και πώς αντιμετωπίζεται; Ο γαστρεντερολόγος κ. Ηλίας Γρίβας μάς δίνει όλες τις απαντήσεις.

Πολλοί τείνουν να ταυτίζουν τη δυσανεξία στη λακτόζη με την αλλεργία στο γάλα. Όμως οι δύο καταστάσεις είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον κ. Γρίβα, η λακτόζη είναι ένας δισακχαρίτης, ο οποίος αποτελείται από δύο μόρια, ένα μόριο γαλακτόζης και ένα μόριο γλυκόζης, ενωμένα μεταξύ τους. Η λακτόζη είναι το βασικό σάκχαρο του γάλακτος και διασπάται από τον οργανισμό μας, με ένα ένζυμο που ονομάζεται λακτάση. Στη δυσανεξία στη λακτόζη, το ένζυμο βρίσκεται σε μερική ή ολική έλλειψη, με αποτέλεσμα την αδυναμία πέψης του γάλακτος.

Τι προέβλεψε η φύση…
Τα βρέφη όλων των θηλαστικών, όπως και ο άνθρωπος, τρέφονται στην αρχή της ζωής τους με το μητρικό γάλα, το οποίο αποτελεί μια πλούσια πηγή λακτόζης. Ωστόσο, η λακτόζη δεν μπορεί να αξιοποιηθεί απευθείας από τον οργανισμό. Γι' αυτό, το έντερο παράγει και εκκρίνει το ένζυμο λακτάση, που διασπά το μόριο της λακτόζης στα δύο απλά σάκχαρα - συστατικά του: γαλακτόζη και γλυκόζη, τα οποία, στη συνέχεια, απορροφώνται από τον οργανισμό. «Στους ζωικούς οργανισμούς, οι οποίοι μετά τον απογαλακτισμό τους παύουν να καταναλώνουν γάλα, η παραγωγή της λακτάσης σταματά. Στους ανθρώπους όμως, που η κατανάλωση συνεχίζεται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής, απαιτείται συνεχής παραγωγή λακτάσης από τον οργανισμό», εξηγεί ο κ. Γρίβας.

Πού οφείλεται η δυσανεξία;
Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τη δυσανεξία στη λακτόζη;  Σε μερικούς ανθρώπους εμφανίζεται εκ γενετής έλλειψη της λακτάσης, ενώ σε άλλους ενδέχεται να εμφανιστεί  κατά τη διάρκεια της ζωής τους, εξαιτίας της μείωσης της κατανάλωσης γάλακτος. Επιπλέον, η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί να οφείλεται σε κάποια άλλη παθολογική κατάσταση, όπως η δευτεροπαθής έλλειψη λακτάσης. Μπορεί επομένως να συσχετιστεί με την καταστροφή πεπτικών ενζύμων σε περιπτώσεις γαστρεντερίτιδας. Στην  κατηγορία αυτή εμπίπτουν και τα βρέφη, τα οποία παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης δευτεροπαθούς έλλειψης λακτάσης.  Σε αυτήν την περίπτωση, οι παιδίατροι συστήνουν τη χορήγηση βρεφικού γάλακτος με βάση τη σόγια, το οποίο αποτελεί την κατάλληλη εναλλακτική λύση.
Άτομα που πάσχουν από τη νόσο Crohn, άτομα που σιτίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα με ορό και άτομα που για κάποιο διάστημα υποσιτίζονταν είναι επίσης επιρρεπή στην εμφάνιση δυσανεξίας.
Υπολογίζεται ότι δυσανεξία εμφανίζει περίπου το 30% των Ευρωπαίων και πάνω από 70% του πληθυσμού της Ασίας, της Αφρικής και της Ωκεανίας. Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι περίπου 30% των παιδιών στην ηλικία των 5 ετών εμφανίζουν δυσανεξία στη λακτόζη, με το ποσοστό να αυξάνεται σημαντικά κατά την εφηβεία, αγγίζοντας το 80%1.

Ποια είναι τα «θορυβώδη» συμπτώματα;
«Όπως είπαμε, στο λεπτό έντερο η λακτάση αποδομεί τη λακτόζη στους μονοσακχαρίτες γαλακτόζη και γλυκόζη, οι οποίοι μπορούν, στη συνέχεια, να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και να αξιοποιηθούν από τον οργανισμό ως πηγή ενέργειας. Αν δεν υπάρχει αρκετή λακτάση, τότε η λακτόζη συνεχίζει αναλλοίωτη την πορεία της προς το παχύ έντερο. Εκεί, τα εντερικά βακτηρίδια τη μετατρέπουν σε λιπαρά οξέα, με ταυτόχρονη παραγωγή αερίων (διοξειδίου του άνθρακα, υδρογόνου και μεθανίου). Αυτή η δημιουργία αερίων από τα βακτηρίδια του παχέος εντέρου προκαλεί μια σειρά δυσάρεστων συμπτωμάτων, όπως ναυτία, δυσπεψία, φούσκωμα, κοιλιακό πόνο ή κολικούς, γουργούρισμα των εντέρων και έκλυση αερίων, ακόμη και διάρροια», εξηγεί ο κ. Γρίβας.
Τα συμπτώματα αυτά, συνήθως εκδηλώνονται 30 έως 60 λεπτά μετά την κατανάλωση γάλακτος ή και περισσότερο, ενώ στην εμφάνιση των συμπτωμάτων, σημαντικό ρόλο παίζει και η ποσότητα του γάλακτος που καταναλώθηκε. Συνήθως χρειάζονται γύρω στα 200-250 ml γάλακτος2, για να προκληθούν τα συμπτώματα της δυσανεξίας, αν και υπάρχουν και άτομα που εμφανίζουν δυσανεξία ακόμη και με μικρή ποσότητα γάλακτος.
Αν και η συχνότητα εμφάνισης της δυσανεξίας είναι ίδια και στα δύο φύλα, εκτιμάται ότι τα συμπτώματα είναι πιο έντονα στις γυναίκες, σε σύγκριση με τους άνδρες.

Πώς γίνεται όμως η διάγνωση της δυσανεξίας;
«Πέρα από τα συμπτώματα, η κλινική διάγνωση της δυσανεξίας γίνεται με διάφορα τεστ, όπως τα τεστ ανοχής στη λακτόζη και η μέτρηση του pH των κοπράνων. Πιο ειδική εξέταση είναι το τεστ αναπνοής μέσω μέτρησης υδρογόνου στον εκπνεόμενο αέρα, που μπορεί να γίνει σε παιδιά μεγαλύτερα από 6 χρονών», εξηγεί ο κ. Γρίβας.

Και μετά τη διάγνωση, τι;
Η δυσανεξία στη λακτόζη, θεραπευτικά περιλαμβάνει τον περιορισμό της λακτόζης στη δίαιτα, και την αντικατάστασή της από άλλες θρεπτικές ουσίες. Σε μεγαλύτερα άτομα, η ανάγκη για το διαιτητικό περιορισμό εξατομικεύεται, αφού διαφορετική είναι η δυσανεξία του καθενός στη λακτόζη.
Όσοι διαγνωσθούν με ανεπάρκεια λακτάσης, συνιστάται να ακολουθήσουν άμεσα δίαιτα ελεύθερη λακτόζης, ώστε να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Στη συνέχεια, ενδείκνυται η σταδιακή επανεισαγωγή της λακτόζης στη διατροφή έως την ανώτατη ποσότητα που μπορεί να είναι ανεκτή.
Επιπλέον, η κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων τα οποία δεν περιέχουν λακτόζη (προϊόντα ζύμωσης) ή η χρήση συμπληρώματος διατροφής το οποίο παρέχει στον οργανισμό το συγκεκριμένο ένζυμο (λακτάση) αποτελούν κατάλληλη εναλλακτική.
Εκτός από το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα υπάρχει μια πλειάδα τροφίμων που περιέχουν λακτόζη. Λέξεις όπως ορός γάλακτος, καζεΐνη, λακταλβουμίνη, σκόνη γάλακτος, δείχνουν πως στο προϊόν περιέχεται σημαντική ποσότητα λακτόζης. Τέτοιες τροφές είναι τα ψωμάκια, τα μπισκότα, τα παξιμάδια, τα ζαχαρωτά, τα γλυκίσματα που θέλουν ψήσιμο, οι έτοιμες σούπες και τα κρέατα ταχείας ετοιμασίας, τα δημητριακά, η μαργαρίνη και οι έτοιμες σάλτσες για σαλάτες.
Η χορήγηση του συμπληρώματος της λακτάσης παρουσιάζει επιπλέον οφέλη, καθώς δεν περιορίζει την κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κίνδυνος έλλειψης ασβεστίου. Για όσους ακολουθούν δίαιτα ελεύθερη λακτόζης και ειδικά για τα παιδιά, τα οποία βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης, ενδείκνυται η συστηματική χρήση συμπληρώματος ασβεστίου.

 

who is who

Γρίβας Κ. Ηλίας
Γαστρεντερολόγος

 

Πηγή: 1. Ladas SD, Katsiyiannaki-Latoufi E, Raptis SA., Lactose maldigestion and milk intolerance in healthy Greek schoolchildren, Am J Clin Nutr. 1991 Mar;53(3):676-80. 2. Vesa TH, Marteau P, Korpela R. Lactose intolerance. J Am Coll Nutr 2000;19:165S-75S.